To νεοφιλελεύθερο Ζώο και ο Νόμος της ''κοινωνικής'' Ζούγκλας

Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Ο νεοφιλελευθερισμός χαρακτηρίζεται από τη θεώρηση του ανθρώπου ως ανταγωνιστικού ζώου που επιδιώκει αντικειμενικά την μεγιστοποίηση του οφέλους του. Συνιστά άρνηση της φιλελεύθερης-αφηρημένης ανθρωπινότητας και του φυσικού δικαίου των ''ανθρωπίνων δικαιωμάτων''. Μια άρνηση συνήθως όχι ριζική, αφού παίρνει συχνότερα τη μορφή ''περιστολής'' των δικαιωμάτων αυτών στο όνομα του οικονομικού οφέλους και λογισμού. 
Ο νεοφιλελευθερισμός σε σχέση με το φιλελευθερισμό είναι περίπου ό,τι ο μεταμοντερνισμός σε σχέση με τον μοντερνισμό. 

Το ''Πνεύμα της Εποχής'' στο δυτικό κόσμο τείνει να λέει: ο ανταγωνισμός είναι στο DNA του ανθρώπου, ο άνθρωπος είναι ζώο. Η τελευταία πρόταση της ταυτότητας μας δείχνει και την αντίφασή της-αν ο άνθρωπος είναι ζώο, τότε ο άνθρωπος ταυτόχρονα διακρίνεται, ως υποκείμενο, από το κατηγόρημα ''είναι ζώο''. Το Πνεύμα της Εποχής, μας διδάσκει ο Χέγκελ, είναι πάνω από όλα κανονιστικότητα: εγκαθιδρύει Νόμο, και μάλιστα τον θεμελιώδη Νόμο (στην αστική εποχή, το Σύνταγμα). 
Σήμερα βιώνουμε στο δυτικό κόσμο τη σύγκρουση του ''αστικοφιλελεύθερου'' Πνεύματος με το ''νεοφιλελεύθερο'' ως εναλλακτικές κανονιστικές εκδοχές του καπιταλιστικού συστήματος-άρα και μια ενδοκαπιταλιστική δεοντολογική σύγκρουση: το αίσθημα Δικαίου του αστικού φιλελευθερισμού συγκρούεται με το αίσθημα Δικαίου του ''νεοφιλελευθερισμού''.
Και οι δύο αυτές κανονιστικές-δικαιικές εκδοχές εκφράζουν δεοντολογίες που απορρέουν από την επιστημονικοτεχνική-παραγωγική βάση του καπιταλιστικού συστήματος -όποιος μιλά απλώς για φιλελευθερισμό ή νεοφιλελευθερισμό, τείνει να παραγνωρίσει τη σημασία των αλλαγών που έχουν συντελεστεί στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, και να ασκεί κριτική στη μία κανονιστική εκδοχή υπονοώντας πως προτιμά την άλλη, χωρίς να θίγει το καπιταλιστικό εκμεταλλευτικό σύστημα συνολικά. Η δεοντολογία του καπιταλισμού σε κάθε φάση του πρέπει να εξηγείται από την οντολογία του, και όχι το αντίστροφο. 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που ονομάσαμε ''ενδοκαπιταλιστική δικαιική σύγκρουση'' είναι η στείρωση 150 γυναικών στις φυλακές της Καλιφόρνια, ώστε να γλιτώσει το κράτος απο τις δαπάνες ανατροφής των δυνητικών παιδιών (http://tellmenow.com/2014/04/women-prisoners-sterilized-to-cut-welfare-costs-in-california/). Το γεγονός αυτό η ''κοινή γνώμη'' δεν το έκρινε με ενιαίο τρόπο: Το αίσθημα Δικαίου των ακραιφνώς φιλελεύθερων είπε πως η πράξη της στείρωσης είναι απαράδεκτη γιατί καταπατά τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αντίθετα, το αίσθημα Δικαίου των ακραιφνώς ''νεοφιλελεύθερων'' έκρινε πως το οικονομικό όφελος του κράτους της κοινωνίας εκατομμυρίων νομοταγών ανθρώπων ήταν πιο σημαντικό από τη μητρότητα 150 φυλακισμένων. 

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η απόφαση 668/2012 του Συμβουλίου της Επικρατείας που έκρινε ως συνταγματικό το Μνημόνιο (βλ. εδώ): Γενικότερα, τα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης ολοένα και περισσότερο αποκαλύπτεται πως ο καπιταλιστικός-οικονομικός λογισμός αποβαίνει καθοριστικός για τη νοηματοδότηση του γενικού συμφέροντος, ακόμη και αν καταπατά ορισμένα ''ανθρώπινα δικαιώματα''. Φαινομενικά, έκτακτα νομοθετήματα, νομικοπολιτικές επιλογές και αποφάσεις υπερεθνικών ολοκληρώσεων μοιάζουν υπερβαίνουν τα εθνικά συντάγματα, αποκρυσταλλώντας μια εκσυγχρονισμένη, πιο ''πραγματιστική'' καπιταλιστική δεοντολογία. 

Ξαναγυρίζοντας στην ελληνική πραγματικότητα (αφού στο εξωτερικό αφθονούν σχετικά παραδείγματα), έχουμε την επιστολή του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων που ζητεί την αλλαγή του άρθρου 106 του Συντάγματος. Το εν λόγω άρθρο αναφέρει ότι η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας (βλ. http://www.thepressproject.gr/article/61455).


Σε ένα κείμενό του (βλ. εδώ) ο Slavoi Zizek υποστηρίζει πως στο σύγχρονο κεφαλαιοκρατικό κόσμο περνάμε στην εποχή ενός πνευματικού βασιλείου των ζώων, μιας κοινωνικής Ζούγκλας-η καπιταλιστική δυναμική εξαρθρώνει τη συμβολική αποτελεσματικότητα πατροπαράδοτων θεσμών και οδηγεί σε ένα ''ηθικό κενό''-πρόκειται για τον περίφημο μηδενισμό του χρήματος και του κεφαλαίου, που κλονίζει την ισχύ θρησκευτικών, ιδεολογικών και άλλων αξιών. Σε αυτό τον σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο οι άνθρωποι είναι ζώα που αλληλεπιδρούν και έρχονται σε επικοινωνια με σκοπό το ατομικό τους όφελος. Έτσι φαίνεται η πλέον οικονομικά ανεπτυγμένη κοινωνία να επιστρέφει στο προκοινωνικό επίπεδο της ζωώδους μηχανικής αλληλεπίδρασης, στο ανώτερο επίπεδο της κοινωνικοποιημένης ζούγκλας των αγορών και ευρύτερα του ανταγωνιστικού κοινωνικοοικονομικού βίου, που ενσωματώνει, όταν δεν αναιρεί, τα αποτελέσματα προκαπιταλιστικών και αστικών πολιτισμών και θεσμών.

Το Δίκαιο του Ισχυρού, που αποτελεί πραγματική αντίφαση να αποκαλείται Δίκαιο όπως έχει επισημάνει στο Κοινωνικό Συμβόλαιο και ο Ρουσώ, το διαδέχεται ιστορικά μια άρνησή του, το αφηρημένο δικαίωμα όπως ορίζεται συνήθως από γραπτό νόμο. Το συναντάμε στην αρχαία Αθήνα, στη Ρώμη, στο χριστιανισμό, στο αστικό δίκαιο. Η διαδικασία αφαίρεσης από το ''δίκαιο'' της δύναμης μέχρι το κρατικά εγγυημένο δικαίωμα οικουμενικοποιείται, μέχρι που στην αστική κοινωνία το ''δικαίωμα'' φτάνει να αφορά τυπικά όλους τους πολίτες του Κράτους (φορέας του δικαιώματος είναι το αφηρημένο νομικό Πρόσωπο, ο Άνθρωπος ως Υποκείμενο δικαίου). Σήμερα, βλέπουμε μια στροφή από το αφηρημένο δικαίωμα πάλι στη δύναμη, την οποία προαπεικάζει, μεταξύ άλλων, η σπινοζική ιδιότυπη θεώρηση του δικαίου ως φυσικού δικαίου με την έννοια της δύναμης (το μεγάλο ψάρι που τρώει το μικρό ασκεί το φυσικό του δικαίωμα). 

Σήμερα λοιπόν, στην εποχή του πλέον ώριμου καπιταλισμού, φαίνεται να ξεκόβουμε από την παλαιά παράδοση και το γίγνεσθαι του αφηρημένου Προσώπου, για να επιστρέφουμε, όπως ειπώθηκε, στον άνθρωπο-ζώο και στο δίκαιο του ισχυρού, σε ένα ανώτερο επίπεδο. Αυτή η μεταλλαγμένη επιστροφή στο Ζώο (λόγω της μηδενιστικής ορμής του κεφαλαίου που στρέφεται ενάντια στα συστήματα υπερβατικών αξιών), ύστερα από χιλιετίες προσπαθειών να διακριθεί ο Άνθρωπος από το Ζώο, είναι ένα γεγονός εντυπωσιακό από τη σκοπιά μιας Φιλοσοφίας της Ιστορίας. Ένας νέος Νόμος της Ζούγκλας, ο Νόμος της Αγοράς και του Κέρδους-Οφέλους, φαίνεται να υπερισχύει έναντι των συμβολικά επικυρωμένων αφηρημένων δικαιωμάτων όσο περνούν τα χρόνια, και ιδίως μετά το 1970 και το 1990 (ανατροπή της ΕΣΣΔ). Όλο και περισσότερο το δικαίωμα μοιάζει ανίκανο μπροστά στη πραγματική δύναμη. Όλο και περισσότερο ο Σωκράτης μοιάζει αφελής μπροστά στους προσωκρατικούς, ο Πλάτωνας ολοκληρωτικός μπροστά στους σοφιστές και ο Νίτσε αληθινός μπροστά στους φαφλατάδες θρησκευτικούς ηγέτες όλων των ειδών και τους φιλοσόφους. Μια νέα ευγονική του οικονομικά αποτελεσματικού ισοπεδώνει κάθε αξίωση προστασίας του Ανθρώπου μόνο και μόνο επειδή αυτός είναι Άνθρωπος-κανείς δεν μοιάζει αναγκαίο να μορφώνεται, να τρέφεται, να θεραπεύεται και να ζει ή να ζει καλά μόνο και μόνο επειδή είναι Άνθρωπος. 

Ο Herbert Spencer, ο κοινωνικός του δαρβινισμός και η κατανόηση από μέρους του του οικονομικού ανταγωνισμού ως κοινωνικής μετεξέλιξης της πάλης των ζώων για την επιβίωση, είναι ιδιαίτερα σημαντικός σταθμός που πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με τη σύγχρονη δεοντολογία αλλά και οντολογία του καπιταλισμού.
Ένα μεγάλο στοίχημα είναι να κατανοήσουμε το ηγεμονικό Πνεύμα της Εποχής και να αποκρυπτογραφήσουμε τη ''συντακτική εξουσία'' του, όπως προκύπτει από τις δυναμικές αλληλεπιδράσεις των ανθρώπων και των υλικών όρων ύπαρξής τους.Τα αστικοφιλελεύθερα Συντάγματα γίνονται όλο και περισσότερο παρωχημένα σε σχέση με τις νέες καπιταλιστικές συνθήκες, το κανονιστικό-δεοντολογικό περίβλημα ραγίζει και σπάει από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

Ο κυνικός Νόμος της Ζούγκλας και της Ισχύος, δημιουργεί της προϋποθέσεις ανάδυσης μιας νέας ''νεοφασιστικής'' καπιταλιστικής ευγονικής και βιοπολιτικής με πιο μόνιμα χαρακτηριστικά και με υπερεθνική ακτίνα δράσης και επιβολής. Ταυτόχρονα όμως, δημιουργεί τις προυποθέσεις απομυστικοποίησης των κοινωνικών σχέσεων και αποκάλυψης ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται ακόμα στη προιστορία της, στο στάδιο της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο ως ζώου. Απέναντι στο Δίκαιο του Οικονομικά Ισχυρού της άρχουσας τάξης που θεωρείται αιώνιο και φυσικό, οι καταπιεσμένοι μέσα στο κίνημα αλλά και πιο πριν, στην καθημερινότητα της ωμής εκμετάλλευσης, καμιά φορά νιώθουν πώς προσβάλλεται το δικό τους αίσθημα δικαίου, που δεν είναι το αίσθημα δικαίου της αστικής φιλελεύθερης τάξης, δεν είναι δηλαδή η αφαίρεση των αστικοφιλεύθερων ''ανθρωπίνων δικαιωμάτων''. Είναι το αίσθημα δικαίου των συγκεκριμένων, αισθητών, σωματικών ανθρώπων που επιθυμούν να απελευθερωθούν από το ζυγό της μισθωτής δουλείας και της ανεργίας χάριν της καπιταλιστικής κατανάλωσης, και να επιβάλλουν το δικαίωμα όλων τους στη ζωή, στην απόλαυση, στον ελεύθερο χρόνο, όπως είναι τεχνολογικά ήδη εφικτό. Είναι το αίσθημα δικαίου που συμπυκνώνεται μέχρι σήμερα στο σύνθημα Νόμος είναι το δίκιο του Εργάτη, και αναζητεί, πέρα από αυτή, νέες εκφράσεις.

Το Δίκαιο της Εξέγερσης και το ''δίκαιωμα της αντίστασης'' σε αυτές τις νέες συνθήκες, προσλαμβάνει άλλη μορφή και περιεχόμενο. Θα είναι μια Δικαιοσύνη που θα επιβάλλει τις ανάγκες και τις επιθυμίες του καθενός στο όνομα όλων, μια Δικαιοσύνη που ο μαχητής εφαρμοστής του Δικαίου θα αντλεί απόλαυση κατά την επιβολή της καθώς συντρίβει το Νόμο της κοινωνικοταξικής Ζούγκλας, αποκαλύπτοντας την αναλήθεια της, τον αντικοινωνικό της χαρακτήρα.

Το σφάλμα του κυνισμού είναι ότι αγνοεί τη πραγματική, υλική δύναμη των Ιδεών και του φανταστικού. Το σφάλμα του αγοραίου νεοφιλελευθερισμού είναι πως δεν βλέπει ότι η συνειδητοποίηση του οφέλους προυποθέτει μια τέλεια γνώση και μια ορισμένη νοηματοδότηση του τί είναι το όφελος, που αποκλείει άλλες ερμηνευτικές δυνατότητες. Σε αντίθεση με το ζωώδες όφελος της αυτοσυντήρησης, το διανθρώπινο όφελος είναι ανοιχτό προς το μέλλον και μπορεί να προσλάβει πολλές διαφορετικές μορφές, ερχόμενο σε σύγκρουση με το υπάρχον καπιταλιστικό σύστημα-με κορυφαίο ίσως παράδειγμα το ''γενικό συμφέρον'' της κοινωνικής απελευθέρωσης, του ελεύθερου χρόνου και της απόλαυσης των αγαθών που μας στερεί το καπιταλιστικό σύστημα στο πρόσωπο μιας χούφτας ολιγαρχών του πλούτου.

Η ανάλυση και η διάγνωση του υπάρχοντος εκμεταλλευτικού συστήματος όσο και η πρόγνωση των αντικειμενικών τάσεων εντός του, η μετατροπή της σύγχρονης επιθυμίας χειραφέτησης σε δικαιικό αίτημα και απολαυστική δεοντολογία, αλλά και η οργανωτική ενσάρκωση της επιθυμίας αυτής (της κοινο-κτητικής επιθυμίας), είναι το ζητούμενο της εποχής μας. Μια ανάλυση, μια διάγνωση και μια πρόγνωση που πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένη γίνεται, καθορίζοντας τη στρατηγική και προσανατολίζοντας την τακτική του επαναστατικού κινήματος.





(inred.gr)


ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ