ΕΔεΚΟΠ : Κεφάλαιο 12-13. Η έξοδος από την ΟΝΕ

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Κεφάλαιο 12. Η έξοδος από την ΟΝΕ


Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, που εξελέγη στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 2015, υιοθέτησε ως σύνθημά της την προοπτική της «σκληρής διαπραγμάτευσης» με τους δανειστές και την ΕΕ, προκειμένου να διασφαλίσει την άρση της λιτότητας και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, καθώς και την ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους.
Διατεινόταν ότι θα τα κατάφερνε σε αυτό το απαιτητικό εγχείρημα, διότι θα είχε τη δημοκρατική εντολή του ελληνικού λαού, και διότι σε αντίθεση με τις προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις, που ήταν προφανώς δειλές, δεν θα συμβιβαζόταν. Οι δανειστές θα υποχωρούσαν καθώς η πιθανή αναστάτωση που θα εγείρονταν εξαιτίας του ελληνικού πείσματος στις παγκόσμιες χρηματαγορές θα ήταν πολύ μεγάλη. 
Έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιτύγχανε το αξιοσημείωτο κατόρθωμα της παραμονής της Ελλάδας στην ΟΝΕ, ανατρέποντας πλήρως τις πολιτικές σταθεροποίησης και προσαρμογής της ΕΕ, ενώ θα εξακολουθούσε να λαμβάνει ρευστότητα για τις ελληνικές τράπεζες από την ΕΚΤ, και να χρηματοδοτεί τις ανάγκες του δημοσίου μέσω των ευρωπαίων δανειστών.

Περιττό να ειπωθεί ότι αυτή η προσέγγιση βασίστηκε σε προφανή άγνοια των πολιτικών και οικονομικών δεδομένων της ΟΝΕ, για να μην αναφέρουμε και άλλες σημαντικές θεωρητικές επινοήσεις που έγιναν από τον ΣΥΡΙΖΑ στο όνομα της πολιτικής οικονομίας. 
Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα ήταν μια ολοκληρωτική πολιτική ήττα, η οποία ήταν απόλυτα προβλέψιμη και όντως είχε προβλεφθεί. (Βλ. Flassbeck and Lapavitsas (2015), βιβλίο που δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 24 Ιανουαρίου, μια ημέρα πριν από την εκλογή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.) 
Από αυτό το ναυάγιο, όμως, αξίζει να διασωθεί ένα σημαντικό πολιτικό συμπέρασμα, ότι δηλαδή μια «σκληρή διαπραγμάτευση» θα ήταν πράγματι εφικτή για την ελληνική κυβέρνηση, υπό την προϋπόθεση ότι θα ήξερε σε τι ακριβώς εναντιώνεται. 
Το μοναδικό αντικείμενο αυτής της «σκληρής διαπραγμάτευσης», θα ήταν οι όροι εξόδου της Ελλάδας από μια αποτυχημένη νομισματική ένωση που μετατράπηκε σε παγίδα για τις χώρες της περιφέρειας, αλλά σταδιακά και για τις χώρες του πυρήνα. Αυτός παραμένει ακόμα ο μοναδικός λογικός στόχος μιας κυβέρνησης που επιθυμεί να δρομολογήσει μια άλλη πορεία για τη χώρα. 

Έχει επανειλημμένα ειπωθεί ότι η αποφασιστικότητα και πυγμή ενός έθνους-κράτους, σε συνδυασμό με την κοινωνική κινητοποίηση και τη στοιχειώδη διεθνή πολιτική στήριξη, θα μπορούσαν να βοηθήσουν την κυβέρνηση, ακόμη και ενός μικρού κράτους, να πετύχει μια συναινετική έξοδο που θα μείωνε τις δυσκολίες της μετάβασης.(Βλ. Λαπαβίτσας και Φλάσμπεκ (2015) και Lapavitsas et al. (2016))  
Η επιμονή με την οποία το ελληνικό πολιτικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένης της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, και οι κυρίαρχες πολιτικές ελίτ της χώρας έχουν κρατήσει την Ελλάδα στο αδιέξοδο μονοπάτι της ΟΝΕ είναι πραγματικά εκπληκτική. 
Μια υπεύθυνη κυβέρνηση, η οποία θα κατανοούσε ποιο είναι το πραγματικό διακύβευμα για τη χώρα και το λαό της, θα είχε επιλέξει προ πολλού τη «σκληρή διαπραγμάτευση» με σκοπό να ξεφύγει από την παγίδα.

Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει θεσμοθετημένη διαδικασία εξόδου από την ΟΝΕ, αλλά η νομική βάση της Νομισματικής Ένωσης στηρίζεται σε διακρατικές συνθήκες και, επιπλέον, δεν οδηγεί σε παράλληλη έξοδο από την ΕΕ. (Βλ. Μηλιαράκης (2015 και 2016)) Η νομοθεσία δεν θα αποτελούσε πρόβλημα για την έξοδο της Ελλάδας ή οποιασδήποτε άλλης περιφερειακής χώρας από την ΟΝΕ. 
Υπάρχουν, ωστόσο, τρία ζητήματα που θα αποτελούσαν πραγματική δυσκολία και θα απαιτούσαν «σκληρή διαπραγμάτευση». 
Πρώτον, η διασφάλιση μιας μη-εχθρικής στάσης από τους δανειστές προς την Ελλάδα, σχετικά με την στάση πληρωμών του δημοσίου χρέους, τη βαθιά διαγραφή του, καθώς και τη διαγραφή μέρους του αρχικού κεφαλαίου. 
Δεύτερον, η εξασφάλιση αδιάλειπτης παροχής ρευστότητας από την ΕΚΤ προς τις τράπεζες, για μια περίοδο περίπου ενός έτους.
Τρίτον, η εξασφάλιση υποστήριξης της συναλλαγματικής ισοτιμίας του νέου νομίσματος, ένα έργο που θα μπορούσε επίσης να αναλάβει η ΕΚΤ.

Κανένα από αυτά τα εγχειρήματα δεν είναι αδύνατο να επιτευχτεί, δεδομένης της επιδείνωσης της κρίσης στην ΟΝΕ και της εν εξελίξει συζήτησης για το μέλλον της ΕΕ. Υπάρχουν ήδη θεσμικοί μηχανισμοί οι οποίοι θα μπορούσαν να διευκολύνουν τη μετάβαση σε έναν διακανονισμό, όπως η ΕΚΤ και οι «αδρανείς» μηχανισμοί του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος που προηγήθηκε της ΟΝΕ. 
Μια συναινετική έξοδος από την ΟΝΕ θα ήταν η βέλτιστη λύση για την Ελλάδα και άλλες χώρες της περιφέρειας, και θα αποτελούσε το λιγότερο προβληματικό αποτέλεσμα για την ΕΕ, τόσο μεσοπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα.

 Ιδιαίτερη σημασία για μια τέτοια πορεία, θα έχει η συμφωνία για καθεστώς «εξαίρεσης» από την ίδια την ΕΕ, μετά την έξοδο από την ΟΝΕ. Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να διαπραγματευτεί την εφαρμογή ενός συστήματος «ρητρών εξαίρεσης», για την άσκηση στοχευμένων πολιτικών ανάπτυξης. Έμφαση πρέπει να δοθεί στην αγροτική και βιομηχανική ανάπτυξη, κυρίως για την κάλυψη των εμπορευματικών διαρροών που αναλύθηκαν παραπάνω. Οι «ρήτρες εξαίρεσης» πρέπει να περιλαμβάνουν όσο το δυνατόν περισσότερες μορφές δασμολογικών και μη δασμολογικών παρεμβάσεων (επιδοτήσεις εξαγωγών, αξίωση ελαχίστου εγχώριου μεριδίου παραγωγής, ποσοστώσεις εισαγωγών, προμήθειες δημοσίου). 
Οι «εξαιρέσεις» θα μπορούσαν να αντισταθμιστούν, σε ορισμένο βαθμό, με συμφωνίες για μεταφορά τεχνογνωσίας και τεχνολογίας μέσω εγχωρίων συμπαραγωγών με αλλοδαπές επιχειρήσεις. Ένα σύστημα ρητρών εξαίρεσης και συμπαραγωγών προσφέρει επίσης και βάση για χρήση της μεθόδου των «αμοιβαίων δεσμεύσεων» κατά την αναδιάρθρωση του χρέους, δηλαδή αποπληρωμής εξωτερικού χρέους σε εγχώριο νόμισμα και προσυμφωνημένων εισαγωγών από την πλευρά της Ελλάδας.

Στις 22 Ιανουαρίου 2014, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με ανακοίνωσή της απηύθυνε έκκληση «Για μια Ευρωπαϊκή Βιομηχανική Αναγέννηση», όπου τονίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: 
«Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καλεί τα κράτη- μέλη να αναγνωρίσουν τη ζωτική σημασία της βιομηχανίας για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της αειφόρου ανάπτυξης στην Ευρώπη, καθώς και να συνεκτιμήσουν τα προβλήματα στον τομέα της βιομηχανίας σε όλους τους τομείς πολιτικής. [...] Ο στόχος για την αναζωογόνηση της οικονομίας της ΕΕ, απαιτεί την ενίσχυση των προσπαθειών επανα-βιομηχάνισης ώστε να δοθεί ώθηση στην ανάπτυξη και να επιτευχτεί ο στόχος της Επιτροπής για αύξηση της συνεισφοράς της βιομηχανίας στο ΑΕΠ, σε ποσοστό έως και 20% μέχρι το 2020.»(Βλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2014)) 
Είναι προφανές ότι αυτό το κείμενο, καθώς και άλλα- περισσότερο τεχνικά- που ακολούθησαν και αναφέρονται στον βιομηχανικό τομέα της ελληνικής οικονομίας, οφείλουν να αποτελέσουν ένα από τα σημεία εκκίνησης των διαπραγματεύσεων σχετικά με το πρόγραμμα βιομηχανικής πολιτικής για την ελληνική οικονομία.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια συναινετική έξοδος θα αντιμετώπιζε σημαντικές δυσκολίες από την ΕΕ, ιδιαίτερα εάν η ελληνική κυβέρνηση επέμενε στους ελάχιστους όρους που περιγράφονται παραπάνω, και οι οποίοι έρχονται σε αντίθεση με τις πολιτικές που εφαρμόζονται στην ΕΕ, τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Ωστόσο, μια συναινετική έξοδος δεν είναι σε καμία περίπτωση η μοναδική επιλογή για μια χώρα της περιφέρειας. Ένα κυρίαρχο κράτος διατηρεί το δικαίωμα και την ικανότητα να ενεργεί μονομερώς προκειμένου να προστατεύσει το λαό του. 
Εάν η ΕΕ αποδεικνύονταν μη συνεργάσιμη, η Ελλάδα ή οποιαδήποτε άλλη χώρα της περιφέρειας θα μπορούσε να δράσει μονομερώς για να ξεφύγει από την παγίδα της ΟΝΕ και να αρχίσει να εφαρμόζει την απαιτούμενη εναλλακτική πολιτική. Αξίζει να σημειωθεί, δεδομένων των συχνών παρερμηνειών, ότι η ανάληψη μονομερούς δράσης δεν σημαίνει εχθρότητα και άρνηση διαπραγμάτευσης με την ΕΕ. Η μονομερής ενέργεια θα καθόριζε μόνο ένα διαφορετικό πλαίσιο, εντός του οποίου η Ελλάδα θα διαπραγματευόταν τις τρέχουσες και μελλοντικές σχέσεις της με τους δανειστές, και την ΕΕ γενικότερα. Πρέπει να τονιστεί ότι μια μονομερής ενέργεια που βασίζεται στην εθνική κυριαρχία θα απαιτούσε  πολιτική νομιμότητα και ενεργή λαϊκή υποστήριξη. Μια τέτοια ενέργεια δεν θα είχε επιτυχία χωρίς λαϊκή συμμετοχή στην εθνική προσπάθεια.

Η μονομερής ενέργεια προκειμένου να διασφαλιστεί η έξοδος από την ΟΝΕ, είναι μια διαδικασία που απαιτεί μια σειρά βημάτων, αρκετά από τα οποία έχουν περιγραφεί αλλού.(Βλ. Lapavitsas et al. (2016)) Αξίζει να ανακεφαλαιώσουμε τα αρχικά βήματα ώστε να δοθούν οι παράμετροι της πολιτικής συζήτησης: 

1. Σύμφωνα με την αρχή του Lex Monetae, ένα κυρίαρχο κράτος έχει τη δυνατότητα να επιλέγει το νόμισμα που θα χρησιμοποιεί. Φυσικά, δεν πρέπει να υπάρχει εκ των προτέρων προειδοποίηση για την υιοθέτηση της νέας δραχμής και η αλλαγή του νομίσματος θα πρέπει να υλοποιηθεί μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο. Η κυβέρνηση θα πρέπει να ανακοινώσει αμέσως ότι: 
  • α) Όλες οι εξοφλήσεις του αρχικού κεφαλαίου και οι πληρωμές τόκων για το δημόσιο χρέος εκτός του ελληνικού συστήματος πληρωμών αναστέλλονται.
  • β) Αναστέλλεται η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΟΝΕ. 
  • γ) Όλες οι τραπεζικές εργασίες και οι χρηματοπιστωτικές αγορές θα παραμείνουν κλειστές μέχρι νεωτέρας. 
  • δ)Η Ελληνική Κεντρική Τράπεζα τίθεται υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης. 
  • ε) Ορίζεται Δημόσιος Επίτροπος για όλες τις ιδιωτικές και δημόσιες τράπεζες με ευρύτατη πληρεξουσιότητα. 
  • στ) Το σύστημα ελέγχου των κεφαλαιακών ροών και των τραπεζικών πράξεων που τέθηκε σε ισχύ το 2015, θα προσαρμοστεί και θα συνεχιστεί για ένα επιπλέον χρονικό διάστημα.(Θα επιστρέψουμε σε αυτό το θέμα στο κεφάλαιο 17.) 
  • ζ) Όλοι οι λογαριασμοί και όλες οι οφειλές στο ελληνικό σύστημα πληρωμών που διέπονται από την εθνική νομοθεσία θα μετατραπούν στο νέο νόμισμα με ισοτιμία 1:1. 
  • η) Η κυβέρνηση δεσμεύεται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς όλους τους παράγοντες της εγχώριας οικονομίας. 

2. Όλες οι σημαντικές αποφάσεις -από την επιλογή των κανόνων που θα πρέπει να εφαρμοστούν κατά την εισαγωγή του εθνικού νομίσματος, μέχρι τα ψηφίσματα που θα περάσουν από το Κοινοβούλιο- πρέπει να ληφθούν αμέσως. Το Κοινοβούλιο οφείλει να δώσει στην Κυβέρνηση (και κυρίως στον Πρωθυπουργό και τον υπουργό Οικονομικών) όσο το δυνατόν ευρύτερες εξουσίες για την υλοποίηση της νομισματικής μεταρρύθμισης.

3. Ο Επίτροπος επί των τραπεζικών θεμάτων θα πρέπει να αναλάβει προσωρινά τον έλεγχο των ελληνικών τραπεζών και της Κεντρικής Τράπεζας ώστε να διασφαλίσει: 

  • α) Την αποτελεσματική συμμόρφωση με το σύστημα των κεφαλαιακών ροών και τραπεζικών πράξεων 
  • β) Τη μετατροπή της ονομαστική αξίας όλων των λογαριασμών στο νέο νόμισμα. 
  • γ) Την εισαγωγή των τραπεζογραμματίων της νέας δραχμής στα θησαυροφυλάκια των τραπεζών, ώστε να αρχίσουν να κυκλοφορούν την επόμενη εβδομάδα.
  • δ) Ενδεχομένως την «δελτιοποίηση» των υπαρχόντων τραπεζογραμματίων με τη χρήση ειδικής σφραγίδας, ώστε να επιτραπεί στα χαρτονομίσματα σε ευρώ που κατέχουν οι τράπεζες να σφραγιστούν και να χρησιμοποιηθούν προσωρινά ως «νέες δραχμές». 
  • ε) Σε συντονισμό με την Κεντρική Τράπεζα να καταρτιστεί ο κατάλογος των ελληνικών επιχειρήσεων που έχουν συνάψει δανεισμό με ξένους δανειστές. Η διαδικασία αυτή δεν θα πρέπει να διαρκέσει περισσότερο από δύο ή τρεις ημέρες.

4. Η απόφαση για αναστολή των εξωτερικών πληρωμών, θα καταστήσει άμεσα ληξιπρόθεσμο το δημόσιο χρέος και συνεπώς η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να εξοφλήσει τα ομόλογα που κατέχει η ΕΚΤ, ούτε να αποπληρώσει τα δάνεια του ΔΝΤ. Τα χρέη προς τον ΕΤΧΣ, τον ΕΜΣ και άλλες διμερείς/πολυμερείς οφειλές που προκύπτουν από τα προγράμματα «διάσωσης» έχουν μια μεγάλη περίοδο χάριτος. Αφού οι οφειλές καταστούν ληξιπρόθεσμες, η Ελλάδα θα πρέπει να κοινοποιήσει αίτημα για τη σύγκληση διεθνούς διάσκεψης για τη ρύθμιση του χρέους, και τη σημαντική διαγραφή μέρους του αρχικού κεφαλαίου. Η θέσπιση μιας Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου, η οποία θα εξετάσει τη νομιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους, θα ήταν σημαντικό μέρος της διαδικασίας προκειμένου να εξασφαλίσει τη δημοκρατική συμμετοχή της πλειοψηφίας. Είναι πιθανό να πρέπει να καθοριστεί μια «ρήτρα ανάπτυξης» και ένα όριο αποπληρωμής του χρέους (τόκων και κεφαλαίου) σε σχέση με το ΑΕΠ ή τις εξαγωγές, σε όλες τις μορφές διακανονισμού του χρέους.

5. Η μετατροπή του συνόλου των τραπεζικών υποχρεώσεων και των περιουσιακών στοιχείων, που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο, στη νέα δραχμή, θα πρέπει να πραγματοποιηθεί με ισοτιμία 1:1, ώστε να αποφευχθούν οι τεχνικές δυσκολίες της μετατροπής σε κυμαινόμενα επιτόκια για τις διάφορες κατηγορίες των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων . 
Οι ατομικές και επιχειρηματικές τραπεζικές καταθέσεις, καθώς και τα ατομικά και επιχειρηματικά τραπεζικά χρέη θα μετατραπούν με ισοτιμία 1:1. Όλες οι συμβάσεις εργασίας υπό το ελληνικό δίκαιο θα μετατραπούν επίσης σε ισοτιμία 1:1. 
Η κυβέρνηση θα πρέπει να ανακοινώσει άμεσα ότι πλέον δεν δέχεται ούτε κάνει πληρωμές σε ευρώ, δίνοντας το αποκλειστικό μονοπώλιο νόμιμου χρήματος στη νέα δραχμή. Η κυβέρνηση θα πρέπει να δεσμευτεί αμέσως για την πλήρη εγγύηση των νέων καταθέσεων που έχουν μετατραπεί σε δραχμές. Κατά τη διάρκεια του πρώτου Σαββατοκύριακου, και για τις πρώτες λίγες ημέρες που οι τράπεζες θα είναι κλειστές, όλες οι χρεώσεις και οι συναλλαγές με πιστωτική κάρτα θα πρέπει να μετατραπούν στο νέο νόμισμα.

6. Ανάλογα με το βαθμό ετοιμότητας, τα πρώτα νέα τραπεζογραμμάτια θα μπορούσαν να τεθούν σε κυκλοφορία μέσα σε ενάμιση μήνα από την μετατροπή στο νέο νόμισμα. Εν τω μεταξύ, σφραγισμένα τραπεζογραμμάτια ευρώ θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως «δελτιοποιημένες» δραχμές στα ΑΤΜ και στα τραπεζικά ταμεία. Σήμερα , υπάρχουν σε κυκλοφορία τραπεζογραμμάτια ευρώ αξίας περίπου 40 δισ. ως υποχρεώσεις της Ελληνικής Κεντρικής Τράπεζας, μεγάλο μέρος των οποίων είναι αποθησαυρισμένο. Μετά την αλλαγή του νομίσματος θα μπορούσαν να θεσπιστούν κίνητρα για την προσέλκυσή τους στο επίσημο τραπεζικό σύστημα. 

7. Το πιο περίπλοκο ζήτημα σε σχέση με τις πληρωμές δεν είναι φυσικά τα τραπεζογραμμάτια, αλλά η λειτουργία των ηλεκτρονικών συστημάτων πληρωμών. Η λειτουργία των πληροφοριακών συστημάτων των τραπεζών θα πρέπει να ελεγχθεί αμέσως έτσι ώστε να διασφαλιστεί η μετατρεψιμότητα των ευρώ σε δραχμές, για τη διευκόλυνση των διατραπεζικών και άλλων ηλεκτρονικών πληρωμών, καθώς και για να περιοριστούν οι αναλήψεις μετρητών σε ευρώ λίγο πριν και λίγο μετά την αλλαγή  του νομίσματος. Πρέπει, επίσης, να εξεταστεί η συμβατότητα με τα πληροφοριακά συστήματα των τραπεζών της Ευρωζώνης.

8. Η διασφάλιση της συνεχούς λειτουργίας του συστήματος πληρωμών θα μπορούσε να διευκολυνθεί με την πλήρη εθνικοποίηση των τεσσάρων συστημικών ελληνικών τραπεζών και τη μετατροπή των υφιστάμενων δημόσιων μετοχικών τίτλων σε κοινές μετοχές με δικαίωμα ψήφου και -ιδίως μετά την πώληση των ελληνικών τραπεζών το Νοέμβριο του 2015, έναντι ευτελούς ποσού- με τη δήμευση των μετοχικών τίτλων των ιδιωτικών κεφαλαίων, χωρίς αποζημίωση. Η κυβέρνηση πρέπει ταυτόχρονα να ανακοινώσει τη συνέχιση και την ενίσχυση των τραπεζικών και κεφαλαιακών ελέγχων που έχουν τεθεί σε λειτουργία από το καλοκαίρι του 2015 μέχρι τη στιγμή που η οικονομία θα ανακάμψει.

9. Μετά την εθνικοποίησή του, το τραπεζικό σύστημα θα πρέπει να αναδιαρθρωθεί, πρώτα μέσω της θέσπισης μιας «κακής τράπεζας» που θα απαλλάξει τις εμπορικές τράπεζες από το μεγαλύτερο μέρος του όγκου των προβληματικών χρεών και μη εξυπηρετούμενων δανείων, το οποίο θα μπορούσε να προσεγγίσει ακόμη και τα 140 δισ. το 2016 (για τις επιχειρήσεις, τη στέγαση και την κατανάλωση χονδρικά αναλογεί σε 45:25:10). Η «κακή τράπεζα» θα κεφαλαιοποιηθεί κυρίως με νέες εκδόσεις δημοσίων ομολόγων σε εθνικό νόμισμα.

10. Θα πρέπει να διοριστεί μια δημόσια επιτροπή ώστε να εφαρμοστούν κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια για την κατανομή των προβληματικών χρεών προς την «κακή τράπεζα». Δύο αρχές είναι υψίστης σημασίας για τη λειτουργία της. Πρώτον, να απαλλαγούν τα νοικοκυριά και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις από το βάρος των μη εξυπηρετούμενων χρεών, ειδικά αυτών που έχουν συσσωρευτεί τη δεκαετία του 2010. Δεύτερον, να αποφευχθεί η επιβάρυνση του δημοσίου τομέα με τις επισφαλείς απαιτήσεις των ασυνείδητων ιδιωτών οφειλετών. Η ανάκαμψη της εμπορικής πίστης, η οποία έχει καταρρεύσει στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της κρίσης, θα εξαρτηθεί από τη διάσωση της εναπομείνασας αξιοπιστίας μεταξύ των συναλλασσόμενων ιδιωτικών επιχειρήσεων, και για το λόγο αυτό είναι ζωτικής σημασίας να μην ευνοηθούν οι κακοί οφειλέτες.

11. Ο ισολογισμός της Εθνικής Κεντρικής Τράπεζας θα αποτιμηθεί στο νέο νόμισμα, και η Τράπεζα θα μετατραπεί πλήρως ένα σε δημόσιο ίδρυμα. Η Ελληνική Κεντρική Τράπεζα θα παραμείνει μέλος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, ακόμη και μετά την έξοδο από το Ευρωσύστημα. Ωστόσο, είναι απαραίτητη η προσεκτική νομική εκτίμηση των υποχρεώσεων αποπληρωμής προς το Ευρωσύστημα, καθώς και προς τον μηχανισμό Έκτακτης Ενίσχυσης Ρευστότητας (ELA).

12. Μετά την αλλαγή του νομίσματος, η κυβέρνηση πρέπει να προσφέρει οικονομική και νομική βοήθεια σε επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα τα οποία κατέχουν συμβόλαια που διέπονται από αλλοδαπό δίκαιο. Γενικότερα, θα υπάρξει ανάγκη για οικονομική βοήθεια προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις, νοικοκυριά και μεγάλες επιχειρήσεις για διάστημα εβδομάδων ή και μηνών. Ο στόχος είναι να αποφευχθούν οι πτωχεύσεις και να αντιμετωπιστούν οι νομικές επιπλοκές από τη διενέργεια και είσπραξη πληρωμών από το εξωτερικό.

13. Η Ελλάδα θα ανακτήσει γρήγορα τη νομισματική της κυριαρχία και η νέα δραχμή θα καθιερωθεί ως το λειτουργικό μέσο συναλλαγών στη χώρα εφόσον το κράτος επιμείνει να εκτελεί και να δέχεται πληρωμές στο νέο νόμισμα. Ωστόσο, είναι πιθανό ότι κατά τη διάρκεια της αρχικής περιόδου θα υπάρξει παράλληλη κυκλοφορία διαφόρων μορφών χρήματος: νέα τραπεζογραμμάτια δραχμών, ηλεκτρονικές δραχμές που θα δημιουργηθούν από τις τράπεζες, κανονικά τραπεζογραμμάτια ευρώ και ενδεχομένως τραπεζογραμμάτια ευρώ με σφραγίδα. Η παράλληλη κυκλοφορία είναι πιθανό να κοστίσει επιπλέον στις συναλλαγές, καθώς τα αγαθά κατά πάσα πιθανότητα θα αποτιμώνται με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικά νομίσματα. Ωστόσο, το κόστος αυτό θα είναι μάλλον περιορισμένο και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραμονή της Ελλάδας στην ΟΝΕ.

14. Η νέα δραχμή θα αποκτήσει μια διεθνή συναλλαγματική ισοτιμία με το ευρώ μετά την διοικητική μετατροπή των περιουσιακών στοιχείων, των χρεών, των μισθών και των ημερομισθίων σε αναλογία 1:1. 
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, οι παγκόσμιες αγορές θα αρχίσουν αμέσως την αποτίμηση της νέας δραχμής σε σχέση με το ευρώ και άλλα νομίσματα, και ότι η νέα δραχμή θα υποτιμηθεί. Είναι αδύνατο να προβλέψουμε με ακρίβεια το βαθμό υποτίμησης – τέτοιου είδους «εκτιμήσεις» δεν είναι τίποτα περισσότερο από εικασίες. Αξίζει να ληφθεί υπόψη ότι, η Ελλάδα έχει φτάσει σε μια επισφαλή ισορροπία στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μετά από συνεχή ύφεση, και έτσι οι πιέσεις υποτίμησης θα εξασθενήσουν μερικώς. Ακόμα κι έτσι, είναι πιθανό η συναλλαγματική ισοτιμία της νέας δραχμής να ακολουθήσει μια πορεία τύπου «καμπύλης J» - μια απότομη μείωση κατά την αρχική περίοδο, αυξανόμενη προοδευτικά προς ένα νέο σημείο ισορροπίας. Η αρχική περίοδος της απότομης μείωσης, η οποία μπορεί να φτάσει ακόμη και το 50%, είναι απίθανο να κρατήσει περισσότερο από μερικές εβδομάδες, ενώ η περίοδος προσαρμογής στη νέα ισορροπία ίσως διαρκέσει αρκετούς μήνες. Η βραχυπρόθεσμη ικανότητα υπεράσπισης της συναλλαγματικής ισοτιμίας θα εξαρτηθεί από το αν θα καταφέρουν οι κεφαλαιακοί έλεγχοι να λειτουργήσουν ως φραγμός στην κερδοσκοπία. Θα ήταν, επίσης, ζωτικής σημασίας η θέσπιση ενός «ταμείου σταθεροποίησης» το οποίο θα διαχειρίζεται η Κεντρική Τράπεζα. Περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με την κατάλληλη συναλλαγματική πολιτική δίνονται παρακάτω.

15. Η τροφοδοσία της αγοράς σε κομβικά αγαθά -φάρμακα, τρόφιμα και καύσιμα- βραχυπρόθεσμα θα απαιτήσει τη λήψη διοικητικών μέτρων για την εξασφάλιση της πρόσβασης σε στοιχειώδη αγαθά για τη βιομηχανία και τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Δεν θα χρειάζεται δελτίο με την μορφή κουπονιών ή κάρτες σίτισης του πληθυσμού. Θα πρέπει να ληφθούν όλα τα μέτρα ώστε εξασφαλιστεί η προνομιακή πρόσβαση σε φάρμακα, τρόφιμα και καύσιμα των πλέον ευάλωτων και των οικονομικά σημαντικών κοινωνικών ομάδων. Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι η Ελλάδα έχει ένα τεράστιο ανεκμετάλλευτο όγκο εργατικής δύναμης και μέσων παραγωγής, που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν άμεσα για τον εφοδιασμό της εγχώριας αγοράς. 
Η χώρα καλύπτει ήδη μέρος των προμηθειών της σε βασικά τρόφιμα από εγχώριες πηγές. Επιπλέον, έχει ικανοποιητική εγχώρια κάλυψη όσον αφορά την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά θα χρειαστεί σίγουρα διακρατική συμφωνία για την ενίσχυση της διαθεσιμότητας καυσίμων στις μεταφορές, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα. 
Η Ελλάδα τέλος, έχει επαρκή εγχώρια κάλυψη σε φάρμακα και θα ήταν δυνατόν να δοθεί αμέσως προτεραιότητα σε βασικές εισαγωγές όσων φαρμάκων χρειάζονται, συμπεριλαμβανομένων και φθηνών γενόσημων φαρμάκων, που είναι διαθέσιμα από πολλούς προμηθευτές σε όλο τον κόσμο. 

16. Η υποτίμηση θα δράσει ως μοχλός ζωτικής σημασίας για τις ελληνικές επιχειρήσεις στην ανάκτηση της εγχώριας αγοράς και την επέκταση των εξαγωγών, δεδομένου ότι θα αποτελέσει φραγμό στις εισαγωγές. Αναμένεται να έχει ευεργετικά αποτελέσματα για την παραγωγή και την απασχόληση στην Ελλάδα για λόγους που αναπτύσσονται με περισσότερες λεπτομέρειες στην επόμενη ενότητα. 
Είναι μάλλον απίθανο να οδηγήσει σε υψηλό πληθωρισμό, για λόγους που επίσης αναπτύσσονται εκτενέστερα στην επόμενη ενότητα. Η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας πιθανότατα θα ξεκινήσει μεταξύ έξι και δώδεκα μηνών από την αλλαγή του νομίσματος, αν πάρουμε σαν οδηγό την ιστορική εμπειρία παρόμοιων νομισματικών γεγονότων. 
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αρχική περίοδος προσαρμογής θα επηρεάσει αρνητικά το παραγόμενο προϊόν και την παραγωγή. Ωστόσο, το συνδυαστικό αποτέλεσμα από την αποκατάσταση της  ρευστότητας, την άρση της λιτότητας και την υποτίμηση του νομίσματος θα προσδώσει ισχυρή ώθηση στην οικονομία. Με δεδομένη την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, τους αχρησιμοποίητους και σπαταλημένους πόρους και την εξόχως μειωμένη ζήτηση, είναι λογικό και αναμενόμενο η ανάπτυξη να ισχυροποιηθεί και να σταθεροποιηθεί για χρόνια, όταν πια η οικονομία ανακάμψει από την αναταραχή της αλλαγής του νομίσματος. Η βιώσιμη ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα θα εξαρτηθεί, βέβαια, από την εφαρμογή ενός νέου αναπτυξιακού προγράμματος το πλαίσιο του οποίου περιγράφεται στις επόμενες ενότητες.

17. Μετά την έξοδο, η Ελλάδα θα πρέπει να ακολουθήσει μια πολιτική διαχείρισης της κυμαινόμενης συναλλαγματικής ισοτιμίας, που θα είναι ανάλογη με το μικρό της μέγεθος στις παγκόσμιες αγορές, και με τη φυσική εγγύτητά της στις αγορές της ΕΕ. Υπάρχουν αρκετά παραδείγματα από άλλες χώρες για τον τρόπο διαχείρισης της κυμαινόμενης συναλλαγματικής ισοτιμίας που θα εγγυάται τη σταθερότητα, συμπεριλαμβανομένης της Σουηδίας, η οποία διαχειρίζεται ένα νόμισμα με κυμαινόμενη συναλλαγματική ισοτιμία εντός της ΕΕ. Σε αυτό το πλαίσιο, οι κατώτατοι μισθοί θα αυξηθούν, αλλά και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις θα πρέπει να τεθούν σε διαφορετική βάση για να εγγυηθούν τη νέα κατεύθυνση της χώρας. Θα ήταν επίσης σημαντικό, να υιοθετηθούν μέτρα για την προστασία των εισοδημάτων των εργαζομένων με την κατάργηση των υψηλών φόρων στα καταναλωτικά αγαθά (π.χ. τρόφιμα, ρεύμα, πετρέλαιο), την αύξηση παροχών κοινωνικής προστασίας των ασθενέστερων στρωμάτων της μισθωτής εργασίας και της μεσαίας τάξης, καθώς και τη ρύθμιση βασικών τιμών , συμπεριλαμβανομένων των ενοικίων.

18. Τέλος, το σύνολο των απλήρωτων υποχρεώσεων των πολιτών προς το κράτος (φόροι, πρόστιμα κλπ.), που σήμερα υπερβαίνει τα 90 δισ. ευρώ, πρέπει να εκκαθαριστεί με κοινωνικά κριτήρια. Οι υποχρεώσεις αυτές , στην πλειοψηφία τους, αφορούν ποσά κάτω των 5.000 ευρώ, που συσσωρεύτηκαν στη διάρκεια της κρίσης. Ωστόσο, ο μεγαλύτερος όγκος του χρέους σε χρηματικούς όρους (ίσως τα 4/5) οφείλεται από μερικές χιλιάδες μεγαλοοφειλέτες, κυρίως επιχειρήσεις αλλά και φυσικά πρόσωπα. Στην πραγματικότητα, πολύ μικρό μέρος του χρέους είναι εισπράξιμο, ίσως όχι περισσότερο από 10 δισ. ευρώ. Θα πρέπει να ψηφιστούν νόμοι που θα ανακουφίσουν την πλειονότητα των μικροοφειλετών, ενώ παράλληλα θα ενθαρρύνουν τους μεγαλοοφειλέτες να πληρώσουν. Να σημειωθεί, για μια ακόμα φορά, ότι είναι ζωτικής σημασίας η αποφυγή ευνοϊκής μεταχείρισης των ανέντιμων οφειλετών.


Κεφάλαιο 13. Πληθωρισμός, ανταγωνιστικότητα και διανομή εισοδήματος μετά την έξοδο 

Το ποσοστό της υποτίμησης της Νέας Δραχμής είναι αδύνατον να υπολογιστεί με ακρίβεια. Αλλά, αν λάβουμε υπόψη μας τόσο την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας όσο και τις αναπτυξιακές ανάγκες της, όπως αναλύθηκαν προηγουμένως, είναι μάλλον σκόπιμο να εξετάσουμε τις επιπτώσεις ενός ποσοστού ονομαστικής υποτίμησης που θα κυμαίνεται από 30% μέχρι 50%.

 Ακόμα έως σήμερα, η βραχυχρόνια ελαστικότητα του μέσου πληθωρισμού κόστους (μετρούμενου σε όρους της ακαθάριστης αξίας της εγχώριας παραγωγής – όχι του ΔΤΚ) ως προς την ονομαστική υποτίμηση του εγχωρίου νομίσματος, δεν πρέπει να θεωρείται μεγαλύτερη του 0.20.(Βλ. Katsinos and Mariolis (2012)) Επομένως, μια ονομαστική υποτίμηση στο εύρος του 30% με 50%, θα προκαλούσε:

Α. Εισαγόμενο μέσο πληθωρισμό της τάξης του 6% με 10% για το πρώτο έτος, με τάση μείωσης στο 4% με 6% για το δεύτερο έτος. Αυτό το ύψος πληθωρισμού είναι ένα «κόστος» που πρέπει να καταβληθεί από την ελληνική οικονομία για την αδυναμία του Ιδιωτικού τομέα της να ανταπεξέλθει στον διεθνή ανταγωνισμό. 

Οι τρεις κλάδοι όπου αναπτύσσονται οι ισχυρότερες πληθωριστικές πιέσεις είναι: 
  • 1. Παραγωγή οπτάνθρακα και προϊόντων διύλισης πετρελαίου: 22% με 37%. 
  • 2. Υπηρεσίες πλωτών μεταφορών: 14% με 23%. 
  • 3. Αυτοκίνητα και οχήματα: 13% με 22%. 

Αντιθέτως, οι τρεις κλάδοι όπου αναπτύσσονται οι ασθενέστερες πληθωριστικές πιέσεις, είναι: 
  • 1. Εκπαιδευτικές υπηρεσίες: 0.7% με 1.1%. 
  • 2. Υπηρεσίες που αφορούν ακίνητα: 0.4% με 0.7%. 
  • 3. Προϊόντα δασοκομίας και υλοτομίας: 0.2% με 0.3%.

Ακόμη, οι πληθωριστικές πιέσεις σε τέσσερις κλάδους, τα εμπορεύματα των οποίων έχουν ιδιαίτερη σημασία (τρόφιμα, φάρμακα, τουρισμός και υγεία) είναι: 
  • 1. Τρόφιμα και ποτά: 4% με 6%. 
  • 2. Χημικές ουσίες και χημικά προϊόντα: 11% με 19%. 
  • 3. Υπηρεσίες παροχής καταλύματος και εστίασης: 5% με 8%. 
  • 4. Υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής μέριμνας: 10% με 17%.

Β. Αύξηση της μέσης διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας κατά 23% με 37% σε όρους «πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας», δηλαδή του λόγου ονομαστικής συναλλαγματικής ισοτιμίας-εγχωρίου επιπέδου τιμών. Οι τομεακές διαστάσεις αυτής της βελτίωσης έχουν ως εξής:
  • 1. Πρωτογενής τομέας: 25% με 40%. 
  • 2. Βιομηχανία: 20% με 31%. 
  • 3. Υπηρεσίες: 25% με 40%.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω στοιχεία (Α και Β), σε βάθος χρόνου, η υποτίμηση μπορεί να αναμένεται ότι θα οδηγήσει σε άνοδο του επιπέδου των τιμών ίση με το μέγεθος της υποτίμησης. 
Θα οδηγήσει, όμως, σε άμεση εκτόξευση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, η οποία σταδιακά θα επανέλθει σε χαμηλότερα επίπεδα καθώς θα ανεβαίνουν οι τιμές. 
Και τα δύο αυτά αποτελέσματα είναι συναφή με τα γενικότερα ευρήματα της διεθνούς βιβλιογραφίας για το ζήτημα της υποτίμησης. Είναι συνεπώς καταφανές ότι, η υποτίμηση δημιουργεί τεράστιες δυνατότητες εφαρμογής εναλλακτικής πολιτικής και νέας αναπτυξιακής πολιτικής στο αμέσως επόμενο διάστημα από την υποχώρηση της ισοτιμίας. 
Δίνεται η δυνατότητα να αλλάξει η δομή της ελληνικής οικονομίας με την εμφάνιση νέων κλάδων και δραστηριοτήτων. Αυτό ακριβώς είναι το δυναμικότερο αποτέλεσμα που προκύπτει από βαθιές υποτιμήσεις, όπως δείχνει η διεθνής εμπειρία. 

Γ. Βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών (εκφρασμένου σε ευρώ). Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, για το έτος 2014, οι εξαγωγές ανέρχονται σε 59 δισ. ευρώ και οι εισαγωγές σε 63.3 δισ. ευρώ. Μετά την υποτίμηση το έλλειμμα των 4.3 δισ. ευρώ μετατρέπεται σε πλεόνασμα της τάξης των 4.5 με 10.6 δισ. ευρώ. Τα πρώτα δείγματα της βελτίωσης του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών θα αρχίσουν να διαμορφώνονται έπειτα από μία χρονική περίοδο, η οποία αναμένεται να κυμανθεί στους έξι με δώδεκα μήνες («καμπύλη J»).

Ειδικότερα, τα 59 δισ. των εξαγωγών του έτους 2014 κατανέμονται σε: 31 δισ. αγαθά και 28 δισ. υπηρεσίες, ενώ τα 63.3 δισ. των εισαγωγών σε: 51.9 δισ. αγαθά και 11.4 δισ. υπηρεσίες. Άρα μπορεί να εκτιμηθεί ότι: 
  • 1. Το έλλειμμα των 20.9 δισ. ευρώ σε αγαθά μειώνεται στα 12.5 με 6.9 δισ. ευρώ. Για τον μηδενισμό του ελλείμματος απαιτείται ονομαστική υποτίμηση της τάξης του 78%. 
  • 2. Το πλεόνασμα των 16.6 δισ. ευρώ σε υπηρεσίες αυξάνεται στα 17 με 17.5 δισ. Ευρώ. Για χαμηλά ποσοστά ονομαστικής υποτίμησης το πλεόνασμα μειώνεται κάπως, ελαχιστοποιείται για ονομαστική υποτίμηση της τάξης του 6%, και επανέρχεται στο αρχικό ύψος των 16.6 δισ. ευρώ για ονομαστική υποτίμηση της τάξης του 12%.

Οι εκτιμήσεις αυτές έχουν γίνει με βάση το δυσμενέστερο σενάριο για την εξέλιξη του εισαγόμενου πληθωρισμού (και, άρα, της ανταγωνιστικότητας). 
Συγκεκριμένα, έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις: (i) τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των μισθών, (ii) αμετάβλητων φορολογικών συντελεστών επί της παραγωγής, (iii) αμετάβλητων τιμών εισαγωγών σε ξένο νόμισμα,(Για το ενδεχόμενο μείωσης αυτών των τιμών, βλέπε Adam and Moutos (2012)) και (iv) μη υποκατάστασης εισαγωγών στην παραγωγή και στην κατανάλωση. Δεδομένης της μερικής αναπροσαρμογής της ελληνικής οικονομίας, από το 2010 και μετά, και της επιβολής των ελέγχων κεφαλαιακών ροών από το 2015 και μετά, αυτές οι εκτιμήσεις πρέπει να θεωρούνται απλώς ως ενδεικτικές, όσον αφορά στην κλαδική διάστασή τους.

Η τόνωση της συνολικής ζήτησης μετά τη νομισματική υποτίμηση μπορεί να θέσει τη χώρα σε τροχιά ανάπτυξης, σε συνδυασμό με το αναπτυξιακό πρόγραμμα που αναλύεται στα επόμενα κεφάλαια. 
Ειδικότερα, εκτιμάται ότι, με παράλληλη παύση, πρώτον, του εξωτερικού δανεισμού και των μεταβιβάσεων από την Ε.Ε., αλλά και, δεύτερον, της καταβολής τόκων για την εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους, η υποτίμηση από 30% έως 50% είναι συμβατή με την αύξηση του ΑΕΠ κατά 4% με 7%, αντιστοίχως.(Αυτή η εκτίμηση βασίζεται σε εφαρμογή του υποδείγματος του Thirlwall (2011) στην ελληνική οικονομία: βλέπε Mariolis (2013)) Τα αποτελέσματα θα είναι θετικά για τους μισθωτούς και τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Η άποψη ότι οι νομισματικές υποτιμήσεις πλήττουν τα συμφέροντα των μισθωτών, διότι οδηγούν, αναπόφευκτα, σε μείωση των μοναδιαίων πραγματικών μισθών, είναι εσφαλμένη. Αληθεύει βεβαίως ότι όταν, πρώτο, όλοι οι κλάδοι του συστήματος είναι «απλής παραγωγής» (single production), δεύτερο, οι «αποδόσεις κλίμακας» είναι σταθερές και, τρίτο, υπάρχει πλήρης απασχόληση του επενδεδυμένου κεφαλαίου, οι υποτιμήσεις οδηγούν είτε σε μείωση του μοναδιαίου πραγματικού μισθού (με αμετάβλητο το πραγματικό ποσοστό κέρδους) είτε σε μείωση του πραγματικού ποσοστού κέρδους (με αμετάβλητο τον μοναδιαίο πραγματικό μισθό). Αλλά αυτό δεν είναι αναπόφευκτο όταν μια οικονομία αντιμετωπίζει υποαπασχόληση του επενδεδυμένου κεφαλαίου, ή/και υπάρχουν «αύξουσες αποδόσεις κλίμακας», ή/και υπάρχουν κλάδοι συμπαραγωγής (joint production).(Βλέπε Mainwaring (1979), Metcalfe and Steedman (1981), Mariolis (2008))

Δεδομένης της βαθιάς ύφεσης της ελληνικής οικονομίας, η υποαπασχόληση του επενδεδυμένου κεφαλαίου είναι υψηλή: ειδικότερα, βρίσκεται σε επίπεδα άνω του 30%, ενώ κατά τις προαναφερθείσες εκτιμήσεις του Olenev, αυξάνεται συνεχώς από το έτος 2007 και προσεγγίζει το 50% κατά το έτος 2014. (Βλ. Olenev (2015).) 
Επομένως, και μόνο στην βάση αυτή, η υποτίμηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε τόνωση της ζήτησης για τα εγχωρίως παραγόμενα εμπορεύματα (σε συνδυασμό, μάλιστα, με άλλα μέτρα οικονομικής πολιτικής, τα οποία αναλύονται παρακάτω), η οποία θα αύξανε το βαθμό απασχόλησης του κεφαλαίου και, ως εκ τούτου, θα μπορούσαν να αυξηθούν και το πραγματικό ποσοστό κέρδους και ο μοναδιαίος πραγματικός μισθός. 
Στην αντίθετη περίπτωση, βεβαίως, θα απαιτηθούν κυβερνητικές παρεμβάσεις για τη διασφάλιση του εισοδήματος των μισθωτών εργαζομένων. 


Κώστας Λαπαβίτσας και Θεόδωρος Μαριόλης με τον Κωνσταντίνο Γαβριηλίδη (Φεβρουάριος 2017) 
Με την υποστήριξη του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ

ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ